Διότι ο κίνδυνος, είπα από μέσα μου, έφερνε πάντα την ικανοποίηση της αίσθησης του φόβου. Κι ο φόβος ήταν υπέροχος, ιδίως ο φόβος μπροστά στην προοπτική να συναντήσεις το περίεργο, το παράξενο, το ανοίκειο, ίσως ακόμα και το νέο. Δεν υπάρχει καλό ταξίδι αν η μετακίνηση αυτή καθ’ εαυτήν δεν εμπεριέχει την ατελείωτη ικανοποίηση και την έντονη διέγερση που προκαλούν οι μεγαλειώδεις στιγμές φόβου, εγγενείς του ίδιου του ταξιδιού.

Αντίθετα μ’ ό,τι πιστεύουν διάφοροι, δεν γράφει κανείς για να διασκεδάσει τους άλλους, παρ’ ό,τι η λογοτεχνία είναι από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα που υπάρχουν, ούτε γράφει κανείς για «να διηγηθεί ιστορίες» όπως λένε, παρόλο που η λογοτεχνία είναι γεμάτη με υπέροχες ιστορίες. Όχι. Γράφει κανείς για να ρίξει τον αναγνώστη, να τον κυριεύσει, να τον γοητεύσει, να τον σκλαβώσει, για να μπει στο πνεύμα του άλλου και να μείνει εκεί, για να τον συγκλονίσει, για να τον κατακτήσει…