Το μυαλό του έτεινε ξανά προς τη λύπη· προς το γεγονός ότι ο κόσμος ήταν γεμάτος λύπη· ότι οι πάντες μοχθούσαν κάτω από ένα βάρος λύπης· ότι οι πάντες έπασχαν· ότι όποιον δρόμο παίρνει κανείς σε τούτο τον κόσμο, θα πρέπει να μην ξεχνάει ότι οι πάντες πάσχουν (κανείς δεν είναι ικανοποιημένος· οι πάντες είναι αδικημένοι, παραμελημένοι, παραπεταμένοι, παρεξηγημένοι), κι έτσι πρέπει κανείς να κάνει ό,τι μπορεί για να ελαφρύνει το άχθος εκείνων που μ’ αυτούς έρχεται σ’ επαφή.